Online Πληρωμή συνεδρίας Κλείστε ραντεβού online

Μια γνωστική - ψυχοεκπαιδευτική προσέγγιση στη φαρμακοθεραπεία

Δυστυχώς, παρά την μεγάλη πρόοδο που έχει συντελεστεί σε πολλούς τομείς της επιστήμης, η οποία βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα της ζωής μας, η ιατρική αντιμετώπιση των ψυχιατρικών διαταραχών υγείας βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπη με προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Σε ένα βαθμό οι προκαταλήψεις αυτές οφείλονται στον ίδιο τον όρο «ψυχιατρική», ο οποίος δεν αναφέρεται στη θεραπεία της «ψυχής», με την φιλοσοφική ή θρησκευτική έννοια του όρου, αλλά στη διόρθωση και αποκατάσταση συγκεκριμένων λειτουργιών (mental functions) του πιο πολύπλοκου οργάνου του ανθρώπινου οργανισμού, του εγκεφάλου, όπως είναι για παράδειγμα η λειτουργία της μνήμης, της προσοχής, της σκέψης και του συναισθήματος. Όταν αυτές οι λειτουργίες διαταράσσονται προκύπτουν διάφορα συμπτώματα, τα οποία συνδυαζόμενα μεταξύ τους απαρτίζουν τις διάφορες ψυχιατρικές διαταραχές - ασθένειες. Και επειδή οι επιστημονικές γνώσεις τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί αλματωδώς, γι αυτό και οι επιστήμες της Υγείας του ανθρώπου που έχουν ως αντικείμενο το νευρικό σύστημα έχουν χωριστεί σε Νευρολογία και Ψυχιατρική. Δυστυχώς αρκετά συχνά ψυχίατροι και ιερείς, αντί να συνεργάζονται για το καλό των ανθρώπων, ειδικά στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, μπαίνουν οι μεν στα «χωράφια» των δε και, «αλληλοαφοριζόμενοι» απορρίπτουν οι μεν το αντικείμενο των δε.

Μια άλλη συχνή αιτία διαστρεβλωμένων αντιλήψεων είναι και ένας περιττός «δυϊσμός» που χαρακτηρίζει τη σκέψη πολλών ανθρώπων, ότι δηλαδή υπάρχουν τα σωματικά προβλήματα υγείας και τα ψυχολογικά. Ο ασθενής που πάσχει από σωματικά προβλήματα θεωρείται αυτονόητο ότι θα πρέπει να απευθυνθεί στον κατάλληλο ιατρό και να λάβει την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ακόμη κι αν αυτή αφορά την εφόρου ζωής ρύθμιση μιας λειτουργίας, πχ. της αρτηριακής πίεσης. Αντίθετα, ο ασθενής που πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα («τα οποία εδράζονται κάπου έξω από τον ανθρώπινο οργανισμό») θα πρέπει να τα αντιμετωπίσει μόνος του, γιατί αλλιώς θα θεωρηθεί αδύναμος. Είναι χαρακτηριστική η «γεμάτη κατανόηση» προτροπή που απευθύνεται στον καταθλιπτικό ασθενή από τους οικείους του «γιατί δεν βοηθάς κι εσύ τον εαυτό σου;», την οποία όταν την ακούει ο ασθενής, που έχει ήδη πεσμένη αυτοεκτίμηση λόγω της κατάθλιψης, θα αισθανθεί ακόμη πιο άχρηστος, γιατί  «ενώ θα μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του, τελικά δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό». Τελικά αν ο ασθενής απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό, αυτός θα πρέπει να είναι ή κάποιος παθολόγος - γενικός γιατρός, ή νευρολόγος, ή έστω ψυχολόγος, αλλά σε καμία περίπτωση ο ψυχίατρος, ο οποίος αντιμετωπίζει μόνο βαρειές διαταραχές υγείας, όπως η σχιζοφρένεια. Αλλά ακόμη κι αν κάνει αυτό το «λάθος» ο ασθενής και απευθυνθεί στον («έξω από δω») ψυχίατρο, θα πρέπει πάσει θυσία να μην δεχτεί να πάρει φαρμακευτική αγωγή, αλλά αποκλειστικά ψυχοθεραπεία, και ακόμη και αν δεχτεί να πάρει φάρμακα, θα πρέπει να τα διακόψει το συντομότερο. Και στην περίπτωση δυστυχώς που ο ασθενής είναι νέος και σωστά ενημερωμένος ενήλικας, τότε πολλές φορές «αναλαμβάνουν» τη θεραπεία του οι γονείς του, ως περισσότερο «ειδικοί», προτρέποντάς τον να μην λάβει ή να σταματήσει το συντομότερο τη φαρμακευτική αγωγή. 

Στην πραγματικότητα και σύμφωνα με ένα ολιστικό μοντέλο υγείας, το οποίο αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα «βιοψυχοκοινωνικό» ονσε όλα σχεδόν τα προβλήματα υγείας συμβάλλουν αιτιολογικά τρεις ομάδες παραγόντων, η ποσοστιαία συμμετοχή των οποίων μπορεί να είναι διαφορετική σε κάθε ασθενή και σε κάθε περίπτωση ψυχιατρικής διαταραχής:

  1. Οι βιολογικοί παράγοντες αναφέρονται στις βιολογικές - σωματικές ιδιαιτερότητες των ανθρώπων, οι οποίες αφορούν στην κατασκευή του ανθρώπινου οργανισμού. Και όπως δεν έχουμε για παράδειγμα όλοι μας το ίδιο ευαίσθητο στομάχι, έτσι δεν παθαίνουμε όλοι το ίδιο εύκολα κατάθλιψη, γιατί οι νευροδιαβιβαστές (αγγελιαφόροι των νευρικών κυττάρων), οι οποίοι αποτελούν το βιολογικό υπόβαθρο των ψυχιατρικών διαταραχών, δεν διαταράσσονται σε όλους μας το ίδιο εύκολα. Στη ρύθμιση αυτών και άλλων βιολογικών παραγόντων στοχεύει η φαρμακευτική αγωγή.
  2. Οι ψυχολογικοί παράγοντες σχετίζονται με δυσλειτουργικά μοτίβα της προσωπικότητάς μας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από την αλληλεπίδραση μεταξύ της ιδιοσυγκρασίας με την οποία γεννηθήκαμε και των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν ή και του σχολικού περιβάλλοντος. Επίσης στην εμφάνιση και επιμονή των διαφόρων ψυχολογικών συμπτωμάτων συμβάλει και ο τρόπος ερμηνείας των εξωτερικών γεγονότων, αλλά και των συμπτωμάτων αυτών καθ αυτών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία φαύλων κύκλων μεταξύ σκέψεων, συναισθημάτων, ψυχοσωματικών εκδηλώσεων και δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Στην κατά το δυνατόν διόρθωση των ψυχολογικών παραγόντων απευθύνονται οι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας. 
  3. Τέλος οι εξωγενείς (κοινωνικοί - περιβαλλοντικοί) στρεσσογόνοι παράγοντες, σχετίζονται με δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουμε σε διάφορους τομείς της ζωής μας ή με μεταβατικές φάσεις που διανύουμε και οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό και εξ ορισμού στρεσσογόνες. Η συμμετοχή των εξωγενών παραγόντων μπορεί ενδεχομένως να μειωθεί μέσω της βελτίωσης του τρόπου διαχείρισής τους από τον ασθενή στο πλαίσιο μιας ψυχοθεραπείας.

Παρά το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο υγείας που κυριαρχεί σε μια σύγχρονη ολιστική αντιμετώπιση των διαταραχών υγείας, οι άνθρωποι, συνήθως λόγω άγνοιας και φόβου για τις ψυχιατρικές ασθένειες, δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν την συμμετοχή βιολογικών παραγόντων στις ψυχιατρικές διαταραχές και θεωρούν ότι η θεραπεία των τελευταίων είναι θέμα διαχείρισης αποκλειστικά και μόνο των ψυχολογικών παραγόντων ή και των εξωγενών στρεσσογόνων καταστάσεων. Μάλιστα είναι πολύ διαδεδομένη η διαστρεβλωμένη αντίληψη ότι η εμφάνιση κατάθλιψης είναι αδιανόητη σε κάποιον που μέχρι τώρα θεωρούνταν από το περιβάλλον του «πολύ δυνατός» άνθρωπος, ενώ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο στην περίπτωση που ο ασθενής αντιμετώπιζε αντικειμενικές δυσκολίες στη ζωή του. Έτσι, ακόμη κι όταν μετά κόπων και βασάνων ο ασθενής απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, αυτός τις περισσότερες φορές είναι ο ψυχολόγος, ο οποίος θεωρείται λανθασμένα ότι είναι ο κατάλληλος για τις ήπιες - μέτριες ψυχιατρικές διαταραχές, οι οποίες μπορούν σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπιστούν μόνο με ψυχοθεραπεία, και όχι ο ψυχίατρος, ο οποίος θεωρείται ότι αντιμετωπίζει πολύ βαρειές περιπτώσεις, οι οποίες είναι και αυτές που χρειάζονται φαρμακευτική θεραπεία. Ωστόσο, οι δύο κατηγορίες ειδικών ψυχικής υγείας δεν είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους αλλά μπορούν και πρέπει να συνεργάζονται για το καλό του ασθενή, ενώ οι διαφορές τους δεν έχουν να κάνουν τόσο με τη βαρύτητα των ψυχιατρικών διαταραχών που αντιμετωπίζουν θεραπευτικά, όσο με την διαφορετική επιστημονική τους κατάρτιση:

  • Οι ψυχολόγοι έχουν κάνει τέσσερα χρόνια θεωρητικών σπουδών πάνω στην ψυχολογία και στην αξιολόγηση διαφόρων παραμέτρων της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς των ανθρώπων, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και δίμηνη πρακτική άσκηση σε δομές ψυχικής υγείας, ενώ στη συνέχεια ο νόμος παρέχει το δικαίωμα στους αποφοίτους να ανοίξουν γραφείο και να παρέχουν υπηρεσίες σε ασθενείς. Ωστόσο μετά τις βασικές σπουδές τους μπορούν προαιρετικά να κάνουν μεταπτυχιακές σπουδές ή και να εκπαιδευτούν περαιτέρω σε κάποια μορφή ψυχοθεραπείας και σταδιακά μέσα από την άσκηση του επαγγέλματός τους να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπειρία στην ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση ψυχιατρικών διαταραχών. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι απαραίτητο να συνεργάζονται με ψυχίατρο για τα εξής θέματα για τα οποία δεν έχουν την απαιτούμενη επιστημονική (ιατρική) κατάρτιση:
    • τη σωστή και ολοκληρωμένη διάγνωση των ψυχιατρικών διαταραχών - ασθενειών,
    • την εκτίμηση της πιθανής συμμετοχής βιολογικών παραγόντων στην αιτιολογία τους, όπως είναι οι διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδή και άλλων ενδοκρινών αδένων, διάφορα νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως η πολλαπλή σκλήρυνση («κατά πλάκας») κ.ά., και
    • την πιθανή παραπομπή σε ψυχίατρο για την εκτίμηση της ενδεχόμενης αναγκαιότητας χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής.
  • Από την άλλη πλευρά οι ψυχίατροι έχουν γίνει πρώτα ιατροί (6 έτη σπουδών σε Ιατρική Σχολή) και στη συνέχεια έχουν λάβει την ειδικότητα της Ψυχιατρικής (άλλα 5 χρόνια θεωρητικής και κλινικής άσκησης σε διάφορες δομές ψυχικής υγείας, κατά τη διάρκεια των οποίων έχουν αποκτήσει εμπειρία στη διάγνωση και αντιμετώπιση σχεδόν όλων των διαταραχών ψυχικής υγείας και όλων των βαθμίδων βαρύτητας αυτών). Έτσι οι ψυχίατροι μπορούν να ανοίξουν ιατρείο και να εργαστούν ιδιωτικά μόνο μετά από τα 11 (6+5) χρόνια σπουδών και ειδίκευσης, οπότε θα είναι σε θέση να κάνουν ολοκληρωμένη διάγνωση μιας ψυχιατρικής διαταραχής και στη συνέχεια, εφόσον χρειαστεί, να την αντιμετωπίσουν με φαρμακευτική αγωγή, ή με κάποια μορφή ψυχοθεραπείας ή με συνδυασμό αυτών. Η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία γίνεται σε κάποιο βαθμό κατά τη διάρκεια της άσκησης στην ειδικότητα της Ψυχιατρικής, αλλά ο κάθε ψυχίατρος μπορεί μετά τη λήψη της ειδικότητας να εξειδικευτεί περισσότερο σε κάποια συγκεκριμένη μορφή ψυχοθεραπείας. Έτσι, αν κρίνει ότι κάποιος ασθενής χρειάζεται ψυχοθεραπεία μπορεί να την εφαρμόσει ο ίδιος (εφόσον έχει εκπαιδευτεί) ή να παραπέμψει τον ασθενή του σε έναν ψυχολόγο, εφόσον όμως και ο τελευταίος έχει εκπαιδευτεί στη συγκεκριμένη ψυχοθεραπεία.

Οι παραπάνω πληροφορίες έχουν μόνο σκοπό την υπεύθυνη ενημέρωση του κοινού σε θέματα στα οποία υπάρχει μεγάλη έλλειψη πληροφόρησης και ημιμάθεια, η οποία μπορεί να καταστήσει κάποιον ασθενή «δυνάμει» συνένοχο στην παραμέληση ή ακόμη και επιδείνωση της ψυχικής του υγείας. Ειδικότερα οι ασθενείς, λόγω της έλλειψης στην Ελλάδα ειδικού νομοθετικού πλαισίου και της επικράτησης δυστυχώς του «είσαι ό,τι δηλώσεις», είναι απαραίτητο να αναζητούν τα κατάλληλα αποδεικτικά πιστοποίησης του κάθε ψυχοθεραπευτή (είτε αυτός είναι ψυχολόγος, είτε ψυχίατρος) για το είδος ψυχοθεραπείας στο οποίο υποστηρίζει ότι έχει εξειδικευτεί.

Τα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω θα ήταν σίγουρα λιγότερα, αν το εκπαιδευτικό σύστημα βοηθούσε περισσότερο στην πληροφόρηση του κοινού από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με την κατάλληλη προφανώς γλώσσα και στην κατάλληλη ηλικία, και με την αφιέρωση περισσότερων ωρών πάνω στα θέματα αυτά, ή ακόμη καλύτερα με τη θέσπιση ειδικού μαθήματος Αγωγής Υγείας, κατά το πρότυπο του μαθήματος της Αγωγής του Πολίτη, που θυμάμαι από τα δικά μου σχολικά χρόνια. Δυστυχώς τα περισσότερα παιδιά τελειώνουν το σχολείο εκτεθειμένα στο έλεος των προκαταλήψεων των γονιών, και η όποια στοχευμένη πληροφόρηση γίνεται είτε αποσπασματικά με διάφορα αφιερώματα σε θέματα ψυχικής υγείας (τα οποία συχνά ξεσηκώνουν θύελλα αντιδράσεων από την πλευρά των γονιών) είτε με όχημα την «ιδιωτική πρωτοβουλία» κάποιων εκπαιδευτικών. Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο να μιλάμε ακόμη για προκαταλήψεις και για το στίγμα της ψυχικής νόσου, σε μια κοινωνία της οποίας οι αρχαίοι πρόγονοι πρωτοστάτησαν στην καταπολέμηση των πάσης φύσεως δεισιδαιμονιών. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης ο Κώος, ο οποίος πρώτος κατέρριψε το μύθο περί «ιερής νόσου», που αναφερόταν στην επιληψία, η οποία θεωρούνταν αποτέλεσμα της κατάρας των Θεών. Δυστυχώς στη σύγχονη Ελλάδα το «προλαμβάνειν κάλλιον του θεραπεύειν» το ερμηνεύουμε κατά το δοκούν και προφανώς δεν το εκτιμούμε έμπρακτα όσο θα έπρεπε. 

Στην εμφάνιση λοιπόν αρκετών ψυχιατρικών ασθενειών, σύμφωνα και με το ολιστικό μοντέλο υγείας, έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν διάφορες διαταραχές στα επίπεδα συγκεκριμένων «νευροδιαβιβαστών» στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι νευροδιαβιβαστές (όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη κ.ά.) είναι χημικές ουσίες, με τις οποίες τα εγκεφαλικά κύτταρα «επικοινωνούν» μεταξύ τους και ανταλλάσσουν μηνύματα, επιτρέποντας έτσι την απρόσκοπτη επιτέλεση των ανώτερων λειτουργιών του εγκεφάλου. Στις παραπάνω περιπτώσεις, και ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα μιας ψυχιατρικής διαταραχής είναι έντονα και προκαλούν σημαντική έκπτωση στην κοινωνική ή/και επαγγελματική λειτουργικότητα του ατόμου, ή δυσχεραίνουν και τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας, τότε η αντιμετώπιση είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματική όταν περιλαμβάνει συνδυασμό ψυχοθεραπείας με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Και για να μην ξεχνάμε τους μύθους, «ων ουκ έστι αριθμός», δεν υπάρχει καμιά «μαγική» θεραπεία που να εξασφαλίζει ότι ο ασθενής δεν θα ξαναεμφανίσει ποτέ στο μέλλον κάποια ψυχιατρική διαταραχή την οποία ενδεχομένως έχει αντιμετωπίσει αποτελεσματικά με μια επιτυχημένη θεραπεία. Το «ποτέ» ισχύει μόνο για τις παιδικές ασθένειες εξαιτίας της ανοσίας που μας χαρίζουν τα εμβόλια.

Μια λογική επιφύλαξη στη χρήση οποιουδήποτε φαρμάκου είναι απόλυτα δικαιολογημένη, αλλά μια υπερβολικά συντηρητική στάση μπορεί να αποβεί καταστροφική, όταν στηρίζεται στην παρακάτω ανθηρή και δυστυχώς έτι ακμάζουσα ψυχοφαρμακευτική «μυθολογία»:

  • Μύθος 1. «Τα ψυχιατρικά φάρμακα είναι υπερβολικά επικίνδυνα». Λάθος! Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάστε το φάρμακο όταν υπάρχει ιατρική επίβλεψη και συνεργασία με τον ψυχίατρο. Στην περίπτωση ειδικά της κατάθλιψης, τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι πολύ πιο ασφαλή απ’ ό,τι η ίδια η κατάθλιψη, η οποία αν δε θεραπευτεί, μπορεί ακόμη και να αποβεί μοιραία – σε περίπτωση αυτοκτονίας.
  • Μύθος 2. «Οι παρενέργειες θα είναι αφόρητες και δε θα μπορέσω να τις αντέξω». Όχι, οι παρενέργειες τις περισσότερες φορές είναι ήπιες και, αν η δόση ρυθμιστεί σωστά, μπορούν να ελαχιστοποιηθούν. Αν παρ΄ όλα αυτά νιώθετε ότι το φάρμακο σάς δημιουργεί πρόβλημα, είναι δυνατόν να αντικατασταθεί με κάποιο άλλο, το οποίο θα είναι το ίδιο δραστικό, με λιγότερες όμως παρενέργειες.
  • Μύθος 3. «Θα εθιστώ και θα εξαρτηθώ, όπως οι τοξικομανείς. Αν ξεκινήσω φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει να παίρνω μια ζωή φάρμακα».  Από τα ψυχιατρικά φάρμακα, εθισμό μπορούν να προκαλέσουν μόνο τα υπνωτικά και τα ελάσσονα ηρεμιστικά (βενζοδιαζεπίνες), όταν η χρήση τους είναι συνεχής, χωρίς ιατρική παρακολούθηση  και ξεπερνάει τους 2-3 μήνες. Τα φάρμακα που αντιμετωπίζουν θεραπευτικά τις διάφορες ψυχιατρικές διαταραχές δεν προκαλούν εθισμόΗ δοσολογία και η διάρκεια της θεραπείας καθορίζονται από τον ψυχίατρο με βάση το ιστορικό σας και τις ιδιαιτερότητες που έχει η ψυχική διαταραχή που αντιμετωπίζετε. Σε κάποιες ψυχιατρικές διαταραχές (όπως είναι οι ψυχωσικές και οι διπολικές) είναι απαραίτητη η εφόρου ζωής ρύθμισή τους με φαρμακευτική αγωγή (όπως αντίστοιχα στην αρτηριακή υπέρταση, ή στον σακχαρώδη διαβήτη), γιατί διαφορετικά επιδεινώνονται οδηγώντας σταδιακά σε μη αναστρέψιμη έκπτωση της λειτουργικότητας του ασθενή.
  • Μύθος 4. «Είναι ντροπή να χρειάζεται να πάρω χάπια. Πρέπει να μπορέσω να ξεπεράσω τα συμπτώματα μόνος μου. Το φάρμακο δεν μπορεί να μου λύσει τα προβλήματα». Είναι αλήθεια ότι πολλές ψυχιατρικές διαταραχές, ήπιας ή μέτριας βαρύτητας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο με την ψυχοθεραπεία. Ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις, τα ψυχιατρικά φάρμακα θα διευκολύνουν τις προσπάθειές σας να βοηθήσετε τον εαυτό σας. Σε πολλές ψυχιατρικές διαταραχές μάλιστα, ο συνδυασμός της ψυχοθεραπείας με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος θεραπείας. Οι ψυχιατρικές διαταραχές είναι κι αυτές προβλήματα υγείας και δεν αποτελούν για σας ντροπή ή ένδειξη κατωτερότητας, μειονεκτικότητας ή αδυναμίας. Δεν έχει νόημα επομένως να υποφέρετε διαρκώς, επιμένοντας με πείσμα ότι πρέπει να τα «καταφέρετε μόνοι σας», τη στιγμή που αν είχατε, για παράδειγμα, κάποιο σωματικό πρόβλημα υγείας, θα θεωρούσατε αυτονόητο να απευθυνθείτε στον κατάλληλο ειδικό. Στην πραγματικότητα το να απευθυνθείτε στον ειδικό ψυχίατρο και να ακολουθήσετε την ενδεδειγμένη θεραπεία αποτελεί για σας ένδειξη ικανής και αποτελεσματικής διαχείρισης του προβλήματός σας και σε καμιά περίπτωση ένδειξη αδυναμίας. Σίγουρα θα χρειαστεί και η δική σας προσπάθεια. Η φαρμακευτική αγωγή όμως, μέσω της ανακούφισής σας από τα συμπτώματα, θα διευκολύνει και την ψυχοθεραπεία και θα σας προσφέρει το έναυσμα που χρειάζεστε για να αρχίσετε να αντιμετωπίζετε και τις διάφορες αντικειμενικές δυσκολίες της ζωής σας πιο αποτελεσματικά.
  • Μύθος 5. «Οι άλλοι θα με περιφρονούν αν παίρνω κάποιο ψυχιατρικό φάρμακο. Θα με αντιμετωπίζουν ως κατώτερο». Αυτός ο φόβος είναι εξωπραγματικός. Εάν επιλέξετε να αποκαλύψετε σε κάποιον που ενδιαφέρεται για εσάς ότι λαμβάνετε φαρμακευτική αγωγή, το πιθανότερο είναι να σας εκτιμήσει ακόμη περισσότερο γιατί κάνετε κάτι για να απαλλαγείτε από την ψυχολογική δυσκολία που αντιμετωπίζετε. Φυσικά είναι δυνατόν κάποιος να κατηγορήσει τη χρήση φαρμάκων που κάνετε. Θα σας δώσει όμως τότε μια ευκαιρία να μάθετε να αντιμετωπίζετε την αποδοκιμασία και την κριτική και να πιστεύετε περισσότερο στον εαυτό σας. 
  • Μύθος 6. «Αν πάρω ψυχιατρικά φάρμακα, δε θα είμαι πια ο πραγματικός εαυτός μου. Θα συμπεριφέρομαι περίεργα και θα νιώθω παράξενα». Τίποτε άλλο δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Τα ψυχιατρικά φάρμακα δεν θα σας κάνουν να νιώθετε παράξενα ή αφύσικα. Μάλιστα οι περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν ότι νιώθουν πολύ περισσότερο ο εαυτός τους, από τη στιγμή που θα ανταποκριθούν θετικά σε ένα ψυχιατρικό φάρμακο και θα υποχωρήσουν τα συμπτώματά τους.
     
    Χριστόφορος Δ. Νεστορής
    Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής