Online Πληρωμή συνεδρίας Book nowBook now

Διπολικές διαταραχές - Ο ρόλος της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας

Η ΓΣΨ, παράλληλα με την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της διάθεσης και τη διατήρηση της λειτουργικότητας των ασθενών με διπολικές διαταραχές.

Οι διπολικές διαταραχές είναι η δεύτερη μεγάλη ομάδα διαταραχών διάθεσης, μετά τις καταθλιπτικές διαταραχές. Πρόκειται για παθήσεις του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζονται από περιοδικές αλλαγές στη διάθεση, το επίπεδο ενέργειας και τη λειτουργικότητα ενός ατόμου. Στην κατηγορία των διπολικών διαταραχών περιλαμβάνονται τρεις διαφορετικές νοσολογικές οντότητες: η διπολική διαταραχή τύπου I, η διπολική διαταραχή τύπου II και η κυκλοθυμική διαταραχή. Εκτός από αυτές τις τρεις διαταραχές υπάρχει και η ομάδα των μη σαφώς καθορισμένων διπολικών διαταραχών, όπου οι ασθενείς πληρούν τα περισσότερα αλλά όχι όλα τα κριτήρια που απαιτούνται για να ταξινομηθούν σε μία από τις τρεις βασικές διαταραχές. Η συχνότητα της διπολικής διαταραχής τύπου Ι είναι περίπου 1-2%. Τα παραπάνω ποσοστά αυξάνονται στα επίπεδα του 5-6% εάν συμπεριληφθούν και οι υπόλοιπες μορφές διπολικών διαταραχών. H μέση ηλικία έναρξης των ασθενειών αυτών τοποθετείται στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής, και μετά από την εμφάνισή τους οι διαταραχές αυτές δεν «μεταπηδούν» από μια μορφή σε άλλη, δηλαδή οι ασθενείς με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ δεν θα «αλλάξουν» κατηγορία εμφανίζοντας διπολική διαταραχή τύπου Ι. Τα άτομα με διπολικές διαταραχές παρουσιάζουν περιοδικές αλλαγές της διάθεσης και του επιπέδου ενέργειάς τους, διάρκειας αρκετών ημερών, οι οποίες ονομάζονται επεισόδια διαταραχής διάθεσης. Αυτά τα επεισόδια κατηγοριοποιούνται ως μανιακά, υπομανιακά ή μείζονα καταθλιπτικά. Ωστόσο μπορεί να υπάρχουν και επεισόδια με μικτά συμπτώματα, δηλαδή συνύπαρξη μανιακών ή υπομανιακών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων κατά την ίδια περίοδο διαταραχής της διάθεσης. Τα άτομα με διπολικές διαταραχές δεν έχουν όλα το ίδιο μοτίβο εναλλαγών της διάθεσης, αλλά κάθε ασθενής μπορεί να έχει το δικό του, ενώ οι ασθενείς μπορεί να έχουν επίσης και περιόδους φυσιολογικής διάθεσης («νορμοθυμία»).

Στην μεγάλη ομάδα των διαταραχών διάθεσης, εκτός από τις υποομάδες των καταθλιπτικών και των διπολικών διαταραχών υπάρχει και η υποομάδα των ακαθόριστων διαταραχών διάθεσης, στην οποία περιλαμβάνονται ασθενείς οι οποίοι είναι σαφές ότι παρουσιάζουν διαταραχή της διάθεσης, αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν ως πάσχοντες από κάποια «καθορισμένη» διαταραχή, είτε καταθλιπτική είτε διπολική.

Σημειώνεται ότι κοινό χαρακτηριστικό όλων των διπολικών διαταραχών διάθεσης είναι η περιοδικότητα, δηλαδή η εμφάνιση ανά περιόδους στη ζωή των ασθενών διακριτών φάσεων διαταραχής διάθεσης διάρκειας αρκετών ημερών (άνω των τεσσάρων ημερών έως και πολλών εβδομάδων ή μηνών), με διαφορετική περιοδικότητα στον κάθε ασθενή. Κάθε τέτοια φάση χαρακτηρίζεται από μια ή συνδυασμό περισσοτέρων της μιας αποχρώσεων της διάθεσης και η εμφάνισή της μπορεί να ευνοείται από κάποια γεγονότα ιδιαίτερα στρεσσογόνα (πχ απώλεια αγαπημένου προσώπου, νέα ερωτική σχέση, μετανάστευση, κλπ.), μπορεί όμως να συμβαίνει και αυτόματα, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο στρεσσογόνο γεγονός. Η συμβολή κάποιου στρεσσογόνου γεγονότος στην εμφάνισης μιας φάσης δεν αναιρεί τον παθολογικό της χαρακτήρα, εφόσον πληρούνται τα απαιτούμενα διαγνωστικά κριτήρια. Στις περισσότερες περιπτώσεις κάθε φάση με συγκεκριμένες αποχρώσεις της διάθεσης έχει μια ημερομηνία λήξης και στη συνέχεια μπορεί να ακολουθεί είτε μια φάση με φυσιολογική διάθεση, είτε μια φάση με άλλες αποχρώσεις της διάθεσης. Για παράδειγμα μια ασθενής μπορεί να εμφανίσει στην περίοδο της λοχείας μια φάση με συνδυασμό κατάθλιψης και ευερεθιστότητας (μικτά στοιχεία) και μετά από κάποια χρόνια να εμφανίσει μια άλλη φάση μόνο με έντονα καταθλιπτική διάθεση, χωρίς όμως αυτή τη φορά ευερεθιστότητα.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όταν μιλάμε για φάσεις διαταραχής διάθεσης, δεν  αναφερόμαστε στις φυσιολογικές εναλλαγές διάθεσης που παρουσιάζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, συνήθως ως απάντηση σε κάποιο στρεσσογόνο εξωτερικό γεγονός, αλλά σε κάποια χρονική περίοδο, όπου η διάθεση του ασθενή είτε θα ενοχλεί τον ίδιο σημαντικά είτε θα συμβάλει σε μια σαφή μεταβολή της λειτουργικότητάς του, σε έναν η περισσότερους τομείς της ζωής του (πχ. κοινωνικός, επαγγελματικός) συγκριτικά με το συνηθισμένο επίπεδο λειτουργικότητάς του. Η μεταβολή αυτή μπορεί να είναι είτε σαφώς αρνητική (όπως πχ σε φάσεις με καταθλιπτική ή ευερέθιστη διάθεση ή συνδυασμό αυτών) είτε κάποιες φορές και για κάποιο διάστημα εν μέρει θετική (όπως πχ σε ασθενή που βρίσκεται σε υπομανιακό επεισόδιο και εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα, ενώ κοιμάται μόνο 3 ώρες κάθε βράδυ). Επίσης σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, για να χαρακτηριστεί μια μεταβολή της διάθεσης ή/και της λειτουργικότητας «παθολογική» πρέπει να πληρούνται και συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια. Έτσι η σωστή αξιολόγηση της κλινικής εικόνας οποιουδήποτε ασθενή και στη συνέχεια η ενδεχόμενη διάγνωση μιας νόσου (διαταραχής διάθεσης) μπορεί να γίνει μόνο από κάποιον ιατρό - ψυχίατρο, και όχι από ιατρό άλλης ειδικότητας ή ψυχολόγο, οι οποίοι δεν έχουν την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία, τη στιγμή μάλιστα που ακόμη και ψυχίατροι με μικρή επαγγελματική εμπειρία μπορεί να θέσουν λανθασμένη διάγνωση.  

Τέλος είναι σημαντικό τα επεισόδια με διαφορετικές αποχρώσεις της διάθεσης των διπολικών ασθενών να διακριθούν από τις εύκολες εναλλαγές διάθεσης ακόμη και μέσα στην ίδια μέρα, που εμφανίζουν ασθενείς με μεταιχμιακά στοιχεία ή μεταιχμιακή (ή οριακή) διαταραχή προσωπικότητας από την ηλικία των 18 ετών, οι οποίοι ωστόσο μπορεί μέχρι τη μέση της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους να εμφανίσουν επιπρόσθετα και μια διπολική διαταραχή οποιουδήποτε τύπου.

Οι διπολικές διαταραχές και οι διαταραχές διάθεσης γενικότερα, έχουν σχετικά σαφή κληρονομικότητα, στην οποία συμμετέχουν πολλά γονίδια. Στην πραγματικότητα, το 80-90% των ατόμων με κάποια μορφή διαταραχής διάθεσης έχουν συγγενή ή συγγενείς με διαταραχή διάθεσης επίσης, όχι όμως απαραίτητα της ίδιας μορφής, για παράδειγμα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ μπορεί να έχουν συγγενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως πολύ έντονο στρες, χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ, αλλά και διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδή αδένα μπορεί να συμβάλουν στην εκδήλωση επεισοδίων με διαταραχή της διάθεσης σε άτομα που έχουν ήδη μια βιολογική ευαλωτότητα και κληρονομική επιβάρυνση για να εκδηλώσουν κάποια μορφή διπολικής διαταραχής.

  

ΤΥΠΟΙ ΔΙΠΟΛΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

 

Διπολική διαταραχή τύπου I 

Για να τεθεί η διάγνωση αυτής της διαταραχής απαιτείται ο ασθενής να έχει εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα μανιακό επεισόδιο, ενώ μπορεί να έχει εμφανίσει και ένα ή περισσότερα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, χωρίς όμως αυτά να είναι απαραίτητα για να τεθεί η διάγνωση της διπολικής διαταραχής τύπου Ι.

Κατά τη διάρκεια ενός μανιακού επεισοδίου, το οποίο διαρκεί τουλάχιστον μια εβδομάδα, τα άτομα με διπολική διαταραχή Ι μπορεί να αισθάνονται επίμονα  και ιδιαίτερα ανεβασμένη ή πολύ ευερέθιστη διάθεση και αυξημένο επίπεδο ενέργειας συνοδευόμενο από αντίστοιχη υπερδραστηριότητα. Επίσης μπορεί να εμφανίζουν υπερβολικά αυξημένη αυτοπεποίθηση και μεγαλομανία, αυξημένη ομιλητικότητα με μεγάλη ένταση στη φωνή τους, αυξημένη παραγωγή ιδεών που «τρέχουν» συνέχεια μέσα στο κεφάλι τους, εύκολη διάσπαση προσοχής, μείωση των ωρών του ύπνου, χωρίς παράλληλα να αισθάνονται ανάλογη κούραση την επόμενη μέρα και συχνή ριψοκίνδυνη συμπεριφορά, πχ επικίνδυνη οδήγηση, υπερβολική σπατάλη χρημάτων, έντονη σεξουαλική δραστηριότητα με συχνές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Επίσης οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν ψυχωσικά συμπτώματα τα οποία διαταράσσουν την επαφή τους με την πραγματικότητα (πχ παραληρητικές ιδέες, παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις) και σοβαρά διαταραγμένη συμπεριφορά. Οι παραπάνω αλλαγές είναι χαρακτηριστικές και ξεκάθαρα αντιληπτές από την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον των ασθενών.

Κατά τη διάρκεια ενός μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου, το οποίο διαρκεί τουλάχιστον δύο εβδομάδες ή και περισσότερο, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν επίμονη θλίψη και απελπισία, ανηδονία, διαταραχή του ύπνου και της όρεξης για φαγητό, εύκολη κόπωση, ελαττωμένη συγκέντρωση, πεσμένη αυτοπεποίθηση και γενικότερα πολλές απαισιόδοξες σκέψεις και πιθανόν σκέψεις αυτοκτονίας, ενώ μπορεί να προβούν και σε απόπειρα αυτοκτονίας.

Υπάρχουν συχνά περίοδοι φυσιολογικής διάθεσης μεταξύ των παραπάνω επεισοδίων.

Η διπολική διαταραχή τύπου Ι διαταράσσει σε σοβαρό βαθμό τη ζωή και τις σχέσεις ενός ατόμου με άλλους, ιδίως με τα μέλη της οικογένειάς του, αλλά και την απόδοσή του στην εργασία ή τις σπουδές του. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι σημαντικά υψηλότερος στα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου Ι από ό,τι στον γενικό πληθυσμό. Συχνά τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου Ι εμφανίζουν και ψυχωσικά συμπτώματα (πχ παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις) τα οποία διαταράσσουν την επαφή τους με την πραγματικότητα, αλλά και έντονα διαταραγμένη συμπεριφορά με αποτέλεσμα να καθίσταται απαραίτητη η νοσηλεία τους σε ψυχιατρική κλινική.

 

Διπολική διαταραχή τύπου II 

Για τη διάγνωση αυτής της διαταραχής απαιτείται ο ασθενής να έχει εμφανίσει τουλάχιστον ένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο και τουλάχιστον ένα υπομανιακό επεισόδιο. Το υπομανιακό επεισόδιο διαρκεί τουλάχιστον 4 μέρες και περιλαμβάνει συμπτώματα παρόμοια με αυτά του μανιακού, αλλά αρκετά ηπιότερα, τα οποία δεν προκαλούν έκπτωση στη λειτουργικότητα του ασθενή, η οποία συχνά μπορεί να είναι αυξημένη συγκριτικά με το συνηθισμένο επίπεδο λειτουργικότητάς του. Τα συμπτώματα αυτά συχνά δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά ως παθολογικά από την οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον του ασθενή και πιθανόν μόνο ο ίδιος μπορεί να αντιληφθεί ότι η ενέργεια και η διάθεσή του ή η ευερεθιστότητά του είναι περισσότερο αυξημένες από ό,τι συνήθως, γεγονός όμως που το δικαιολογεί και το αποδίδει σε αναμενόμενη αντίδρασή του σε εξωτερικούς παράγοντες. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ο ασθενής έχει επίσης μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απ` ό,τι συνήθως, κοιμάται αρκετά λιγότερες ώρες μετά από τις οποίες νιώθει ξεκούραστος, είναι περισσότερο ομιλητικός και μιλάει με κάποια πίεση, ενώ οι συνομιλητές του αισθάνονται μια δυσκολία να τον διακόψουν. Επίσης έχει την αίσθηση ότι οι σκέψεις του «τρέχουν» μέσα στο κεφάλι του, η προσοχή του διασπάται πιο εύκολα, κάνει περισσότερες δραστηριότητες απ` ό,τι συνήθως και μπορεί να εμπλακεί σε δραστηριότητες υψηλότερου ρίσκου (πχ. υπερβολικές και παρορμητικές αγορές, αυξημένη σεξουαλική δραστηριότητα). Μεταξύ των επεισοδίων ο ασθενής επιστρέφει στη συνηθισμένη διάθεσή του.

Καθώς τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ δεν μπορούν να αναγνωρίσουν πολλές φορές την παρουσία υπομανιακού επεισοδίου, το οποίο μπορεί να διαρκεί από 4 μέρες έως αρκετούς μήνες ή χρόνια, αναζητούν θεραπεία μόνο κατά τη διάρκεια ενός μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου, το οποίο μπορεί να είναι σοβαρό και να προκαλεί σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητά τους.

Οι διπολικές διαταραχές τύπου ΙΙ και οι μη σαφώς καθορισμένες διπολικές διαταραχές αρκετά συχνά δεν διαγιγνώσκονται σωστά με αποτέλεσμα να γίνονται λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά λάθη στη θεραπεία των ασθενών, τα οποία ενδεχομένως βλάπτουν περαιτέρω την ψυχική τους υγεία προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στη γενική λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής τους (βλέπε σχετικό θέμα σε επόμενη σελίδα).

 

Κυκλοθυμική Διαταραχή 

Η Κυκλοθυμική διαταραχή είναι μια ηπιότερη μορφή διπολικής διαταραχής που περιλαμβάνει, για τουλάχιστον δύο χρόνια, πολλές περιόδους υπομανικών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, αλλά τα συμπτώματα αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια για υπομανιακό ή μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο και είναι ηπιότερα από τα συμπτώματα που χαρακτηρίζουν τα παραπάνω επεισόδια. Επίσης οι ασθενείς με κυκλοθυμική διαταραχή δεν έχουν εμφανίσει ποτέ κανένα υπομανιακό, μανιακό ή μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Τα άτομα με κυκλοθυμική διαταραχή παρουσιάζουν μεταπτώσεις της διάθεσης, αλλά με λιγότερο σοβαρά συμπτώματα από ό,τι τα άτομα με διπολική διαταραχή Ι ή ΙΙ, και ως εκ τούτου η λειτουργικότητά τους επηρεάζεται σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στις άλλες διπολικές διαταραχές.

Διπολικές

 

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΔΙΠΟΛΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

 

Οι διπολικές διαταραχές είναι αντιμετωπίσιμες με τη χρήση φαρμακοθεραπείας, η οποία θεωρείται απαραίτητη και η οποία μπορεί να συνδυάζεται με κάποια μορφή ψυχοθεραπείας, κατά προτίμηση γνωστικής συμπεριφορικής.

(* θεωρείται σοβαρό ιατρικό λάθος η απουσία φαρμακευτικής αγωγής από τη θεραπευτική αντιμετώπιση των διπολικών διαταραχών)

 

Κάθε ασθενής είναι διαφορετικός και η θεραπεία εξατομικεύεται. Διαφορετικοί άνθρωποι ανταποκρίνονται στα ίδια φάρμακα με διαφορετικούς τρόπους. Τα άτομα με διπολική διαταραχή μπορεί να χρειαστεί να δοκιμάσουν διαφορετικά φάρμακα μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος συνδυασμός που τα βοηθάει περισσότερο να σταθεροποιήσουν τη διάθεσή τους. Η φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνει κυρίως φάρμακα που είναι γνωστά ως «σταθεροποιητές της διάθεσης» και τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των άτυπων αντιψυχωσικών ή των αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Οι πρώτες ενδείξεις των φαρμάκων αυτών είναι αντίστοιχα οι ψυχωσικές ή οι επιληπτικές διαταραχές, ωστόσο η δεύτερη ένδειξη που έχουν είναι η σταθεροποίηση της διάθεσης σε ασθενείς με διπολικές διαταραχές. Στη θεραπεία χρησιμοποιούνται επίσης κατά περίπτωση και αντικαταθλιπτικά φάρμακα, φάρμακα που περιέχουν λίθιο, ενώ σε πολύ σοβαρές και ανθεκτικές στη φαρμακοθεραπεία περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Τα τελευταία χρόνια και σε κάποιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί θετικά αποτελέσματα με τη χρήση διακρανιακού μαγνητικού συντονισμού με ειδικές συσκευές.

 

Η φαρμακευτική θεραπεία των ασθενών με διπολική διαταραχή Ι ή ΙΙ πρέπει να είναι συνεχής, όπως η αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης, του σακχαρώδους διαβήτη και πολλών παθήσεων του θυρεοειδούς αδένα, έτσι ώστε να «ελέγχει» ο ασθενής τη διπολική διαταραχή και όχι η διαταραχή τον ασθενή.

Ο βασικός λόγος για τη συνεχιζόμενη αγωγή είναι ότι οι διαταραχές αυτές υποτροπιάζουν συχνά και, αν δεν υπάρχει συνεχής φαρμακευτική αντιμετώπιση, τότε τα επεισόδια διαταραχής διάθεσης μπορεί να είναι με την πάροδο του χρόνου συχνότερα και πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμα, αλλά και ο ασθενής από ένα σημείο και μετά να μην είναι ποτέ ελεύθερος συμπτωμάτων μεταξύ των επεισοδίων. Στην περίπτωση όμως της συνεχιζόμενης αγωγής η πιθανότητα υποτροπών είναι πολύ μικρότερη και οι ασθενείς ζουν μια φυσιολογική ζωή. Στην κυκλοθυμική διαταραχή η φαρμακευτική αγωγή μπορεί ενδεχομένως να σταματήσει με την πάροδο του χρόνου.

 

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην ενδεχόμενη χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων μετά από λεπτομερή λήψη καλού ιστορικού το οποίο είναι απαραίτητο για την ορθή διάγνωση μιας διπολικής διαταραχής.

Μεταξύ των βιολογικών παραγόντων που μπορεί να συμβάλουν στην εκδήλωση επεισοδίων διαταραχής διάθεσης σε ασθενείς με διπολικές διαταραχές είναι και η μη ορθή χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Αυτό συνήθως συμβαίνει στην περίπτωση που το πρώτο επεισόδιο μιας διπολικής διαταραχής σε έναν ασθενή είναι μείζον καταθλιπτικό. Εάν αυτός ο ασθενής, που δεν γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα πάσχει από διπολική διαταραχή, απευθυνθεί σε ψυχίατρο, είναι πολύ πιθανό να λάβει κάποιο αντικαταθλιπτικό φάρμακο, χωρίς σταθεροποιητή διάθεσης, όπως θα έπρεπε στην περίπτωση διπολικής διαταραχής. Εάν στη συνέχεια παρουσιάσει μανιακά ή υπομανιακά συμπτώματα, θα πρέπει να διερευνηθεί σοβαρά η πιθανότητα ο ασθενής αυτός να πάσχει από διπολική διαταραχή Ι ή ΙΙ, η οποία δεν είχε γίνει μέχρι τότε αντιληπτή, οπότε ο ασθενής είναι απαραίτητο να λάβει πλέον σωστή φαρμακευτική αγωγή, στην οποία κεντρικό ρόλο θα πρέπει να παίζουν οι σταθεροποιητές διάθεσης.

 

Ο ρόλος της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας στην αντιμετώπιση των διπολικών διαταραχών.

Η Γνωστική - Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους διπολικούς ασθενείς:

  • να ενημερωθούν με τρόπο κατανοητό για τις διπολικές διαταραχές και τη θεραπείας τους, με βάση τα τρέχοντα επιστημονικά δεδομένα,  και να κατανοήσουν το σταθεροποιητικό ρόλο των φαρμάκων, τα οποία αποτελούν απαραίτητο συστατικό της αντιμετώπισης των διπολικών διαταραχών.
  • να εξοικειωθούν με το γνωστικό - συμπεριφορικό μοντέλο ψυχοθεραπείας και το ρόλο των αυτόματων σκέψεων και βαθύτερων πεποιθήσεων στις εναλλαγές της διάθεσης και κατά συνέπεια και στην πρόκληση των επεισοδίων διαταραχής διάθεσης στις διπολικές διαταραχές.
  • να διαχειρίζονται καλύτερα τα υποκειμενικά επίπεδα του «stress» που μπορεί να βιώνουν, με αποτέλεσμα την ελάττωση της συχνότητας «ενεργοποίησης» της βιολογικής τους προδιάθεσης για εμφάνιση επεισοδίων διαταραχής της διάθεσης (είτε μανιακών ή υπομανιακών είτε καταθλιπτικών).
  • να αποκτήσουν δεξιότητες για την αντιμετώπιση του αισθήματος απελπισίας και του πιθανού αυτοκτονικού ιδεασμού, που μπορεί να εμφανιστεί στα καταθλιπτικά επεισόδια της διαταραχής τους.
  • να αναγνωρίζουν τις διαφορές μεταξύ της φυσιολογικά καλής διάθεσης και της παθολογικά «ανεβασμένης» διάθεσης που χαρακτηρίζει τα μανιακά ή υπομανιακά επεισόδια της διπολικής τους διαταραχής.
  • να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους έτσι ώστε να μην ταυτίζουν την προσωπικότητά τους με την ψυχική τους διαταραχή και να μπορούν να αντιμετωπίζουν καλύτερα τις διαστρεβλωμένες και αρνητικά προκατειλημμένες απόψεις ενός τμήματος του κοινωνικού συνόλου για τα ψυχικά νοσήματα.

Σχετικές εικόνες: